Τετάρτη 26 Δεκεμβρίου 2012

Ένα ακόμη παραλήρημα...

Νέα είμαι για να τρελαθώ,
νέα για να αρρωστήσω.
Νέα για να μαραθώ
μα όχι και για να αγαπήσω.

Το άγνωστο με τρομάζει,
μα όλα είναι γνωστά.
Με 'μας... όλα εντάξει
ειδάλλως τσίτα και μισόλογα μισά.

Γρίφοι που απεχθάνεται η χαζή,
λέξεις που παρεξηγεί, καταλαβαίνω.
Λες και δε μπορεί να επεξεργαστεί,
μέσα απ' τη στοά το δωμάτιο διαβαίνω.

Βράζουν τα σωθικά μου, ξέρεις.
Κοιτάς με αναισθησία και περιφρόνηση.
Μα υγείας άκρας χαίρεις,
ας εξιλεωθώ στην απομόνωση.

Μικρή είμαι για να αντέξω,
μικρή για να μεταμορφωθώ.
Νεαρή αλλά γνωρίζω το "έξω",
σιχάθηκα πια, κατάστηθα θα μαχαιρωθώ.

Δειλή είμαι ακόμα, πού θα μου πάει;
Θα προφτάσω να ζήσω στιγμές.
Ο πλανήτης τον πλανήτη χτυπάει,
δημιουργείται υλικό συμπαγές.

Στάλες αστρικής βροχής,
σταγόνες από δάκρυα χλιαρά.
Υποψίες μιας ανύπαρκτης ενοχής
και το παίζω "χαλαρά" !

Παιχνίδι - λογοπαίγνιο της τύχης,
παίζεις - χάνεις, τα συνηθισμένα.
Σε κοιτώ - ξεροβήχεις,
λόγια που τα 'χεις καταχωνιασμένα.

Σε γωνιές μόνη κλαίω και στέκεσαι,
κίνηση δεν κάνεις, να χαθείς!
Με θέλεις κι αντιστέκεσαι
πληγώνεις όπου βρεθείς, όπου σταθείς.

Βογκητό, κλείνω το στόμα,
γροθιά στα πλευρά.
Μια βιτρίνα για άμυνα έχεις ακόμα
τα μάτια κρύβεις τα φοβερά.

Κι έτσι απολαμβάνω
κοκτέιλ δυστυχίας.
Τελευταία θέση λαμβάνω
στο τρυπάκι της ιεραρχίας.

Οξυγόνο σε φιάλη - κατάδυση
Φοβάμαι τη θάλασσα.
Μυρίζω λουλούδι που δεν άνθισε
και τον εαυτό μου χάλασα.

Αστειεύεται ο Μορφέας
τεχνάσματα σκαρώνει.
Μιας αυθόρμητης ιδέας
σιωπή που την καταρρακώνει.

Στο παραμιλητό μου αναφέρεσαι
μια μουρμούρα για τη δική σου ηλικία.
Δεν έμαθες να συμπεριφέρεσαι,
μεγάλη, λυπητερή αδικία.

Ξέχασέ το, ξέχνα απλά!
Σβήσε μηνύματα απ' τη μνήμη.
Άσε να ξεθωριάσω απαλά
κι ό,τι θέλει ας γίνει.

Ο θάνατος ας με απειλήσει
η ζωή να γείρει ολοσχερώς.
Την καρδιά δεν άφησες να μιλήσει
εκπλήξεις όμως επιφέρει ο καιρός.

Μάνα σου η κακιά μάγισσα,
άγγελε του σατανά!
Παράτα με κι ας ράγισα,
δε θα με δεις ξανά!...

"Σώμα νεκρό"

Μουδιασμένα όλα τα μέλη
δε γεύεται πια το μέλι.
Βουλιάζει σε βάλτους και έλη
το σώμα κάποιου "τεμπέλη".

Ακονίζει το μυαλό να σκεφτεί,
μια μορφή ζυγώνει - εκλεκτή!
Μιλάει για έργο που θα παιχτεί
και μες στις σκέψεις θα μπλεχτεί.

Μα καθώς στριμώχνεται και κουρνιάζει
να μάθει για εκείνη τον νοιάζει.
Αρχίσει κιόλας να βραδιάζει
και ο νους δεν ησυχάζει.

Αναμνήσεις αποστασιοποιημένες, νεκρές.
Αφήνονται και αιωρούνται σαν εκκρεμές.
Τον κακοποιούν σαν κακοκαιρίες σφοδρές,
αφορμή για να πάψουν οι εκδρομές.

Τα κρύα χέρια καθώς υψώνει
στο πρόσωπο τα απλώνει.
Το υπόλοιπο σώμα σκεβρώνει,
η ακινησία το νεκρώνει.

Άλλη μια προσπάθεια για ανάσταση
στον αγώνα μια παράταση.
Σε τραχιά σανίδια μια παράσταση
οδηγούν τα χέρια σε ανάταση.

Και κάπως έτσι αργοπεθαίνει
μια ευκαιρία δε δέχεται, δε θέλει.
Μόνο το άγγιγμά της τον τρελαίνει
κι ίσως γι' αυτό τόσα παθαίνει.

Εκείνη δεν έχει ιδέα,
κρατά μια ορχιδέα.
Τρομάζει στη δική του θέα,
δε θέλει να ζήσει τη στιγμή την τελευταία!

Με τα μάτια την πληγή καρφώνει
την αγωνία της ανάσας κορυφώνει.
Το παχύ αίμα μοιάζει να παγώνει
μα εκείνος τα χέρια του σηκώνει.

Για να την αγγίξει κάνει υπομονή
προσευχές πολλές σε κάποια Μονή.
Τρελή κι αλλόκοτή του εμμονή
να έχει απίστευτη επιμονή.

Στα πόδια του σηκώνεται
το κορμί ξανά ορθώνεται.
Την αντικρίζει και σώνεται,
τη φιλάει κι απογειώνεται!

Τα χέρια του κρατούν ένα κολιέ,
πολύχρωμο - σα ζωγράφου ατελιέ.
Της το δίνει κι ένα βαθύ μπλε
απ' τα μάτια της βγαίνει και ναι!

Το χάδι της του δίνει,
μαζί και τη ζωή.
Νερό μαζί του πίνει
και το ευλογεί...

Κυριακή 10 Ιουλίου 2011

Να μη μιλήσω...

Δαγκώνω τα χείλη για να μη μιλήσω.
Όχι για να αναλογιστώ, όχι για να κάνω πίσω.
Κοντοστάθηκα για λίγη ώρα αντίκρυ
κι αυτό που αντίκρυσα φαντάζει σκέτη φρίκη.

Βγάζει δηλητηριασμένη βελόνα και καρφώνει
οι φλέβες σπαράζουν, η καρδιά ματώνει.
κόκκινα δάκρυα βγαλμένα απ' την πυρά
έτοιμα να κυλήσουν προς τα κάτω ζωηρά.

Γλώσσα μπερδεμένη, διακρίνεται ύφος αποφασιστικό
είχε υπογράψει καταδίκη, τέλος οριστικό.
Δεν αντέχει καθώς κουλουριάζει και ζαρώνει το δέρμα
αργοσβήνουν μάτια και ψυχή, πλησιάζει το τέρμα.

Απομακρύνομαι κι ο αέρας τα μάγουλα δροσίζει
είχε αντιληφθεί η Ίριδα, κρυφά, βουβά δακρύζει.
Πόνος εξατμίζεται μαζί με τους καπνούς.
... Να μη μιλήσω -θαρρώ- με κωλύει ο νους.

Σφίγγω και κλείνω τα μάτια του προσώπου
η ψυχή όμως ανενόχλητη διαβάζει παραμύθι Αισώπου.
Ατενίζει την ξαφνική απομάκρυνση. Σκιάχτηκε.
Αναφορά στην τέλεια ζωή κάνει ο μύθος που γράφτηκε.

Στο καυτό τσιμέντο περπατώ ώρες ξυπόλυτη,
δεν ήμουν δογματική, δεν είμαι απόλυτη.
Συμβαίνουν πράγματα τριγύρω για κάποιο σκοπό...
Δε μπορώ να μιλήσω! Τι να πω;;;

Μια φυλακή η Αθήνα με ομήρους, όχι φυλακισμένους.
Αρχαίοι ηγέτες μας απολαμβάνουν λαβωμένους.
Βαδίζω κι ο δαίμονας κλέβει το πιστόλι και πυροβολάει
κορμί χυμένο στον πεζόδρομο για μια ανάσα διψάει!

Γυρίζω την πλάτη, γοργά τον μακρύ δρόμο να συνεχίσω
αν και γι' αυτό αργότερα θα με μισήσω.
Ολόκληρος οιωνός ξεδιπλώνεται ευθεία.
Ιεροσυλία! Κάποιος προσέβαλε τα θεία!

Σεβασμός, κατανόηση, ανιδιοτέλεια, αγάπη και υγεία
μοιάζουν με εκκλησίας μυστήριο δίχως να τελείται η λειτουργία.
Μεταμορφώνονται σε φόβο, διχασμό, υστεροβουλία, απιστία κι οδύνη,
σε συγχέουν, σε ζαλίζουν, σε τραυματίζουν ή σε θανατώνουν με μια σκοτοδίνη.

Ίλιγγος, τρέμουλο, η γη τρέμει δε μας συγχωρεί!
έχοντας χάσει πάσα ιδέα, μας εποπτεύει κι αναθεωρεί..
Σφίγγω τα δόντια για να μην ξεφύγει η κραυγή.
Ειδάλλως την επόμενη δε θα συναντήσω αυγή!

Όλα αυτά για να μη μιλήσω
μια δεσμίδα έγγραφα να βαθμολογήσω.
Υπό του μηδέν τόσα που διαβάζω.
Μπουκέτο με λουλούδια σε άδειο βάζο!

Τελεύει το παραλήρημα, το κύμα θα κοπάσει
λέει ο ήλιος πως υπάρχουν άλλοι κρυφοί Άσσοι.
Φιμώνουν το στόμα μου, μουδιάζουν τα χείλη...
Κι όμως θα μιλήσω κι ύστερα.....

Αντίο καλοί μου φίλοι!!!

Σάββατο 2 Απριλίου 2011

Κάτι αλλάζει...

Κάτι αλλάζει.
Ίσως είναι η γη που δεν επιπλέει
μα βουλιάζει.
Ίσως είναι η φύση που τίποτα δε λέει
ενώ σκουριάζει.


Κάτι σκουριάζει.
Είναι το παλιό μου το ποδηλατάκι
που μου ταιριάζει.

Είναι το μικρό μου μυαλουδάκι

που σκέψεις αραδιάζει.


Σκέψεις αραδιάζει.
Διαβάζω ένα γλυκό παραμύθι
σαν βραδιάζει.

Σβήνει η φωτιά στα στήθη

από αγάπη αδειάζει.

Από αγάπη αδειάζει.

Ένα χελιδόνι τώρα στην άνοιξη
που κουρνιάζει.
Δεν το περίμενα στην άφιξη
η αγάπη απουσιάζει.

Η αγάπη απουσιάζει
και το σκήπτρο κρατώ σα βασίλισσα

που εξουσιάζει.

Δεν πρόφτασα, διόλου δε μίλησα
μα δεν πειράζει!


Δεν πειράζει
η σιωπή τα φανερώνει όλα,

σε κοιτάζει.
Ενώνει τα κομμάτια με ισχυρή κόλλα,
κάτι με νευριάζει.

Κάτι με νευριάζει.
Ίσως είναι το ποτάμι που μόνο του δε ρέει
μα πηγάζει.
Ίσως είναι η μητέρα που κλαίει
και φωνάζει.

Φωνάζει,

δεν ακούγεται μες στο βουητό.
Τρομάζει.
Τίποτα γύρω της το κατανοητό.

Σκοτάδι στάζει...


Το σκοτάδι στάζει

απ' το επισκευασμένο χαμηλό ταβάνι.

Τους ταράζει

τους τοίχους που δεν αντέχουν, φτάνει!
Ένα μαράζι...

Ένα μαράζι
στην κλειδωμένη πόρτα που βρίσκει,

αναστενάζει.
Αγκαλιά μ' ένα μπουκάλι ουίσκι
με κρυφοκοιτάζει.

Με κρυφοκοιτάζει.

Ό,τι συλλαμβάνω από τον ίδιο μου τον εαυτό,
το αρπάζει.
Όλα είναι ακριβώς τα ίδια, εγώ είμαι αυτό...

το κάτι που αλλάζει!


Μαρία Αγγελάκη

Δευτέρα 7 Μαρτίου 2011

Το εργοστάσιο του μυαλού!

Δε σου έχει συμβεί να προσπαθείς να βάλεις μπρος τη μηχανή του μυαλού σου για να επεξεργαστεί κάτι πριν το εφαρμόσεις και να μη μπορείς; Να έχει κολλήσει ένας έφηβος στοχασμός σε κάποιο γρανάζι και να μην του επιτρέπει να κινηθεί;
Αυτό συμβαίνει και στο μυαλό μου τώρα. Τα πάντα έχουν κολλήσει. Βαράνε διάλυση! Κάνουν απεργία τα εγκεφαλικά κύτταρα διότι δεν τα τροφοδοτώ σωστά. Σαν εργοδότης και προϊστάμενος στο εργαστήρι λογικής και νου, δεν τολμώ να απολύσω την οποιαδήποτε σκέψη και υπόθεση. Τις κρατώ και πολλές φορές τους φορτώνω υπερωρίες γιατί είναι ύπουλες.
Δουλεύουν σκληρά για να γίνονται συχνά αφορμές για βραχυκύκλωμα ή διακοπή ρεύματος. Με παιδεύουν και με οδηγούν σε συναισθηματικό αδιέξοδο. Οι διαμάχες για την ημερήσια μισθοδοσία φουντώνουν όταν οι πρώτες ύλες συσσωρεύονται στα μηχανήματα και ο χρόνος παραγωγής ελαττώνεται λόγω έλλειψης ενέργειας.

Ανακτώ δυνάμεις. Κάποιες από τις αναμνήσεις τις αχρηστεύω και "παίζω" με τους υπαλλήλους μπάσκετ με αυτές ώσπου να καταλήξουν στο καλάθι απορριμμάτων. Έτσι, κατ' αυτόν τον τόπο δημιουργώ χώρο στην αποθήκη για νέες εικασίες, για φρέσκες σκέψεις και ιδέες, για νέα ιδανικά και κολλάω αφίσες στους τοίχους του μυαλού ζητώντας νέο προσωπικό, πιο αποδοτικό και υπάκουο. Πιο λογικό και ρεαλιστικό. Ό,τι ανήκει στην επιστημονική φαντασία και είναι απλώς άπιαστο, ανικανοποίητο και ανεκπλήρωτο, το παρατάω!
Ίσως τώρα γίνω αυστηρή -τελικά- και κάνω περικοπές. Είναι αρκετό το κόστος και η οικονομική κρίση μας κατακλύζει όλους! Ακόμα κι εμάς τους μεγαλο-επιχειρηματίες!
Μιας κι έχουν κολλήσει τα πάντα όμως και οι οδηγοί των φορτηγών κάνουν κι αυτοί απεργία, σκέφτομαι να βάλω παρωπίδες και να δω μόνο μπροστά. Τις επιλογές μου. Πάω για χρεωκοπία; Ή ανακαινίζω το υπόγειο του εργοστασίου μου, κάνοντάς τον χώρο για τα παιδιά των υπαλλήλων-σκέψεών μου δίνοντας τους την ευτυχία που τους λείπει;
Ανησυχώ... Φοβάμαι πως θα με παρατήσουν όλοι τους και θα μείνω μόνη στο γραφείο μου.. Μόνη με το κεφάλαιο! Τι να το κάνω;; Τόσα υπάρχουν και με περιμένουν. Τόσα μου χαμογελούν και με αγκαλιάζουν! Όσο παραμένω ψυχρή και απόμακρη, δεν τα καταφέρνω και χάνω τα καλύτερα υλικά επεξεργασίας...
Ο πρωτογενής τομέας παραγωγής απέχει τόσο από τον τριτογενή και πρέπει να κάνω κάτι για να επισπεύσω τη διαδικασία μα και να ξεκουράσω το προσωπικό μου.
Χμμ.. Μια αναπνοή πριν βάλω λουκέτο... Ένα μέτρο πριν πέσω στο κενό... Μια ζωή παρατεταμένης απελπισίας...
Τι θα κάνω;

Αυτό είναι! Κάνω νέα αρχή. Ανακαινίζω το υπόγειο και το κάνω ένα όμορφο δωμάτιο για να περνούν τις ώρες τους οι σκέψεις με τα παιδιά τους. Έτσι δε θα τους λείπουν και θα είναι ευχαριστημένοι από το χώρο εργασίας τους. Η δουλειά θα γίνει λιγότερο επίπονη και κάποια στιγμή θα με ευγνωμονούν για τον τόνο αισιοδοξίας που θα ανταμώνουν στο κατώφλι της εισόδου. Δυστυχώς δεν ξεχύνεται αυτός ο τόνος μέσα στο εργοστάσιο. Θέλει αναπαραγωγή και ανάπτυξη για να πάρει το θάρρος να εισβάλλει!
Θα αλλάξω και τα είδη παραγωγής... Δε θα παράγω παρά μόνο γλυκά! Θα γλυκάνω και τους υφισταμένους μου!
ΜΙΑ ΧΑΡΑ!

Η κρίση με άγγιξε, δε πρόλαβε να με φιλήσει.. Δε θα ανεχτώ καμία σχέση μαζί της.
Με απλά λόγια, θα σταματήσω να σκέφτομαι ό,τι με πονάει. Μια νέα αρχή. Είμαι ένα μέτρο πριν τη χρεωκοπία, ναι.. Αλλά αν κάνω ένα άλμα και πάω 2 μέτρα πιο 'κει θα δω πως πατάω στο έδαφος. Πατάω στα πόδια μου!
Χορεύω στους σκοπούς των μελωδιών που βγάζουν τακτικά τα μηχανήματα.

Μα πριν πάρω μια τέτοια απόφαση θα πρέπει να δω τις δυνατότητες μου... Μπορώ να το κάνω; Είμαι μόνη σε αυτό. Θέλω έναν συνέταιρο. Έναν καλό μου φίλο ή μια νέα συνταγή του καλύτερου ζαχαροπλάστη. Μια ανανέωση. Μια νέα αρχή.
Όλα από την αρχή!
Ξανά!
Το εργοστάσιο του μυαλού μου δε θα κλείσει. Θα συνεχίζει να παράγει ό,τι πραγματικά φοβίζει τους άλλους διότι δεν τα παρατάω, δε φοβάμαι!...

Κυριακή 12 Δεκεμβρίου 2010

"Σαν να χιόνιζε"

Πάγωσαν τα χέρια μου κι ανάβοντας το τζάκι δυο φλόγες, φως μέσα στα μάτια μου, έκαψαν τη νύχτα. Εκείνη τη νύχτα εσύ ως φλόγα εισέβαλλες στο σπιρτόκουτο της ψυχής μου και το ανατίναξες.

Η μέρα τότε ήταν παγωμένη κι έξω... σαν να χιόνιζε! Μετά βράδιασε. Σκοτείνιασε.
Δεν ξεκόλλησαν τα μάτια μου απ' τις νυφάδες καθώς ξεδιπλώνονταν πάνω στην ανάσα του παγερού αέρα.
Το χέρι μου κόκκινο -τρέμοντας σχεδόν- κρατούσε σφικτά το κινητό. Την οθόνη φλέρταρε το βλέμμα μου και όταν φωτιζόταν, έλαμπα κι εγώ. Επέμενες να στέλνεις κι εγώ ως διψασμένη απαντούσα. Κρύωνα κι ένιωθα σαν να χιόνιζε εκεί έξω.
Μέσα σε χώρο γνώριμο με χαλαρή μουσική σε συνάντησα με παρέα και το εκκωφαντικό γέλιο σου, τιτίβισμα στα αυτιά μου.
Δεν τόλμησα να μιλήσω. Κράτησα στην ερημιά του σκοτεινού δάσους όλα τα μυστικά. Τυχαία ακούμπησα το χάρτη για να τα εξερευνήσεις... Ούτε που τον πρόσεξες μες στην αφηρημάδα που σκόρπιζε το γέλιο σου παντού.
Η αδιαφορία πάγωσε τα κόκκαλά μου κι ας είχε μες στο χώρο περίσσια ζέστη. Τα άκουγα να τρίζουν, τα ένιωθα να σπάνε. Ο δυνατός άνεμος έσπρωξε με βαθύ εκνευρισμό τους δείκτες προς τα δεξιά κι έκανα να φύγω. Ήθελα να εξαφανιστώ, να μην βγάλω πνοή παρά μόνο μια φράση... "Μη μ' αφήνεις"... Τίποτα δε βγήκε απ' το πηγάδι, είχε στερέψει καθώς έσφιγγα τα δόντια.
Στριμώχτηκα στις πίσω θέσεις ενός παλιού λεωφορείου και τα παράπονά μου εξέφρασα σε ένα μόλις μήνυμα κι ο προορισμός έμοιαζε κοντινότερος απ' ότι πριν. Αποκρίθηκες τόσο ψυχρά και έξω έμοιασε σαν να χιόνιζε! Θέλησα να κατέβω αμέσως και στην ξένη περιοχή, μες στο χιόνι, να τρέξω, να φωνάξω δυνατά, να βρίσω. Εμένα να κακολογήσω για τη λάθος στιγμή, τη λάθος επιλογή. Τόσο λάθος σαν το χιόνι στην Αθήνα.
Ένα χέρι με κράτησε κι ήταν οικείο, ήταν φιλικό. Ακούμπησε τα χείλη μου θέλοντας να τα παρομοιάσει με χαμόγελο. Δε μ' άφησε να κατέβω, να ξεμυαλιστώ.
Έμοιαζα τόσο εξοργισμένη και απογοητευμένη που οι άγνωστοι μ' έκαναν χάζι γεμάτοι περιέργεια. Τι να μου συνέβαινε άραγε; Προσπαθούσα να τους εξηγήσω πως δεν έφταιγε το χιόνι για το παγωμένο μου πρόσωπο αλλά ΕΣΥ!
Την επόμενη στιγμή το σαπιοκάραβο πάσχιζε να μας κρατήσει ζωντανούς μέσα στην αλμύρα και την κακοκεφιά. Άκουγα λιγοστά λόγια δίπλα μου αλλά δε μιλούσα. Ανησύχησαν οι άλλοι και μου προσέφεραν κι αυτοί θερμές κουβέντες, μα το κόκκινο δεν έλεγε να εγκαταλείψει το μέτωπο, τα μάγουλα, τη μύτη μου...
Δεν αντιλήφθηκα το χρονικό διάστημα ώσπου να φτάσω στο σπίτι. Τα πολύχρωμα φωτάκια στα γύρω σπίτια χλεύαζαν την κακομοιριά και τη φτήνια. Με τα ρούχα έπεσα βαριά πάνω στο κρεβάτι και ξέσπασα σε λυγμούς. Η φωνή μου, πνιχτή, ακουγόταν τόσο φάλτσα και πληγωμένη λες κι ήταν η μάνα που έχασε τα παιδιά. Βούιζαν τα αυτιά μου. Ζαλιζόμουν απ' τη μέθη των Χριστουγέννων. Σαν να χιόνιζε στην αυλή μου...
Βγήκα έξω κι έβγαλα το πανωφόρι. Έβγαλα τη μπλούζα και το φανελάκι. Έδειξα στον ουρανό την ασχήμια μου και με δύναμη χτύπησα το στήθος μου με τραχύ ατσάλι. Και να που το πρόσωπό μου έγινε άσπρο και το χιόνι κόκκινο!!!
... Κι όντως χιόνιζε, το τζάκι έσβησε! ...

Κυριακή 25 Ιουλίου 2010

"Ο Τοξότης μου"

Ο Έρωτας ένα σκοπό έχει κατά νου
να με κάνει κλειδοκράτορα του ουρανού.
Μα, αυτό θα τηρηθεί υπό έναν όρο
στην καρδιά μου να αποθηκεύσω χώρο.

Για να επιτευχθεί ο σκοπός αυτός
ετοιμάζεται του Έρωτα ο στρατός.
Αγγελούδια, Τοξότες, Πολεμιστές
με καλές ψυχές και πιστές.

Σκορπίζονται τα Αγγελούδια στη γη
και σκόνη ρίχνουν στην κάθε πηγή.
Αν διψάσω και γευτώ το μαγικό νερό
στον κάθε ώμο θα βγάλω φτερό...
...και θα ερωτευθώ...

Αλλά κατά καιρούς ταξιδεύω
και την αγάπη στη μοίρα της οδεύω.
Απ' όσες πηγές κι αν περνάω
τα χείλη μου είναι δροσερά και δε διψάω.

Οι Πολεμιστές τώρα λαμβάνουν δράση
στην επόμενη πηγή να κάνω στάση.
Απ' του Έρωτα το νερό να πιω
να δροσιστώ και να ερωτευθώ.

Μα, δεν το παίρνω απόφαση
για την απόδραση βρίσκω πρόφαση.
Μαγεύουν οτιδήποτε γύρω μου κινείται
στη ζωή μου, λένε, η αγάπη προηγείται.

Ξανά ξεγλιστρώ και αποστατώ
την υπομονή και τα όρια πατώ.
Κι ο Έρως βάζει το πιο ισχυρό όπλο.
Τοξότες με κόκκινα βέλη ξεπροβάλλουν απ' τον όχλο.

Με τα τόξα τους με βάζουν σημάδι
το καθένα βέλος είναι κι ένα χάδι.
Μάταια όμως τα εκτοξεύουν στο σώμα μου
αφού ένα γράμμα αυθόρμητα εκφράζει το στόμα μου...

Εξοργισμένος ο στρατός του Έρωτα
μου προκαλεί σαρκαστικό γέλωτα.
Αστραπιαία, όμως, το γέλιο παγώνει
σαν η λάμψη του Τοξότη μου με στραβώνει.

Αργοπορημένος ήρθε με ένα βέλος
αποφασισμένος στην μοναξιά να δώσει τέλος.
Δε χρειάστηκε καν να με σημαδέψει
τον πιο τρελό χορό η καρδιά για να χορέψει!

Ένα είναι το μεγαλύτερο σφάλμα
από το φυσικό στο φανταστικό ταχύ έκανα άλμα.
Τι τραγικό και μεγάλο λάθος
Για τον Τοξότη μου να με φλογίσει το πάθος!

Δεν έπρεπε στα μάτια να τον κοιτάξω
γιατί τώρα θέλω άδοξα να ξεχάσω.
Ο Τοξότης μου δεν το θέλησε
αλλά τον κλειστό ευατό μου έλυσε.

Ερωτεύθηκα τόσο δυνατά τον ομορφότερο Τοξότη
δεν πρόφτασα να τον φιλήσω, έφυγα πρώτη.
Είναι ξεχωριστός γι αυτό πόνος διαπερνά την ψυχή
κι όταν κοιτώ τον ουρανό αφορμή ψάχνω για ευχή.

Ένα φιλί να μου δώσει ειδάλλως θα πεθάνω
δεν αντέχω κάτι τόσο πολύτιμο να χάνω.
Ύστερα αν θέλει εκεί που ανήκει να επιστρέψει
το νόμισμα απ΄την άλλη μεριά θα 'χει στρέψει.

Εκεί θα με βλέπει να δυσανασχετώ
αλλά το ένα φιλί, θα μου ήταν αρκετό.
Δε θα τον απασχολούσα πλέον καθόλου
και θα κρυβόμουν απ' τα Αγγελούδια του ουρανού όλου!