Μουδιασμένα όλα τα μέλη
δε γεύεται πια το μέλι.
Βουλιάζει σε βάλτους και έλη
το σώμα κάποιου "τεμπέλη".
Ακονίζει το μυαλό να σκεφτεί,
μια μορφή ζυγώνει - εκλεκτή!
Μιλάει για έργο που θα παιχτεί
και μες στις σκέψεις θα μπλεχτεί.
Μα καθώς στριμώχνεται και κουρνιάζει
να μάθει για εκείνη τον νοιάζει.
Αρχίσει κιόλας να βραδιάζει
και ο νους δεν ησυχάζει.
Αναμνήσεις αποστασιοποιημένες, νεκρές.
Αφήνονται και αιωρούνται σαν εκκρεμές.
Τον κακοποιούν σαν κακοκαιρίες σφοδρές,
αφορμή για να πάψουν οι εκδρομές.
Τα κρύα χέρια καθώς υψώνει
στο πρόσωπο τα απλώνει.
Το υπόλοιπο σώμα σκεβρώνει,
η ακινησία το νεκρώνει.
Άλλη μια προσπάθεια για ανάσταση
στον αγώνα μια παράταση.
Σε τραχιά σανίδια μια παράσταση
οδηγούν τα χέρια σε ανάταση.
Και κάπως έτσι αργοπεθαίνει
μια ευκαιρία δε δέχεται, δε θέλει.
Μόνο το άγγιγμά της τον τρελαίνει
κι ίσως γι' αυτό τόσα παθαίνει.
Εκείνη δεν έχει ιδέα,
κρατά μια ορχιδέα.
Τρομάζει στη δική του θέα,
δε θέλει να ζήσει τη στιγμή την τελευταία!
Με τα μάτια την πληγή καρφώνει
την αγωνία της ανάσας κορυφώνει.
Το παχύ αίμα μοιάζει να παγώνει
μα εκείνος τα χέρια του σηκώνει.
Για να την αγγίξει κάνει υπομονή
προσευχές πολλές σε κάποια Μονή.
Τρελή κι αλλόκοτή του εμμονή
να έχει απίστευτη επιμονή.
Στα πόδια του σηκώνεται
το κορμί ξανά ορθώνεται.
Την αντικρίζει και σώνεται,
τη φιλάει κι απογειώνεται!
Τα χέρια του κρατούν ένα κολιέ,
πολύχρωμο - σα ζωγράφου ατελιέ.
Της το δίνει κι ένα βαθύ μπλε
απ' τα μάτια της βγαίνει και ναι!
Το χάδι της του δίνει,
μαζί και τη ζωή.
Νερό μαζί του πίνει
και το ευλογεί...
δε γεύεται πια το μέλι.
Βουλιάζει σε βάλτους και έλη
το σώμα κάποιου "τεμπέλη".
Ακονίζει το μυαλό να σκεφτεί,
μια μορφή ζυγώνει - εκλεκτή!
Μιλάει για έργο που θα παιχτεί
και μες στις σκέψεις θα μπλεχτεί.
Μα καθώς στριμώχνεται και κουρνιάζει
να μάθει για εκείνη τον νοιάζει.
Αρχίσει κιόλας να βραδιάζει
και ο νους δεν ησυχάζει.
Αναμνήσεις αποστασιοποιημένες, νεκρές.
Αφήνονται και αιωρούνται σαν εκκρεμές.
Τον κακοποιούν σαν κακοκαιρίες σφοδρές,
αφορμή για να πάψουν οι εκδρομές.
Τα κρύα χέρια καθώς υψώνει
στο πρόσωπο τα απλώνει.
Το υπόλοιπο σώμα σκεβρώνει,
η ακινησία το νεκρώνει.
Άλλη μια προσπάθεια για ανάσταση
στον αγώνα μια παράταση.
Σε τραχιά σανίδια μια παράσταση
οδηγούν τα χέρια σε ανάταση.
Και κάπως έτσι αργοπεθαίνει
μια ευκαιρία δε δέχεται, δε θέλει.
Μόνο το άγγιγμά της τον τρελαίνει
κι ίσως γι' αυτό τόσα παθαίνει.
Εκείνη δεν έχει ιδέα,
κρατά μια ορχιδέα.
Τρομάζει στη δική του θέα,
δε θέλει να ζήσει τη στιγμή την τελευταία!
Με τα μάτια την πληγή καρφώνει
την αγωνία της ανάσας κορυφώνει.
Το παχύ αίμα μοιάζει να παγώνει
μα εκείνος τα χέρια του σηκώνει.
Για να την αγγίξει κάνει υπομονή
προσευχές πολλές σε κάποια Μονή.
Τρελή κι αλλόκοτή του εμμονή
να έχει απίστευτη επιμονή.
Στα πόδια του σηκώνεται
το κορμί ξανά ορθώνεται.
Την αντικρίζει και σώνεται,
τη φιλάει κι απογειώνεται!
Τα χέρια του κρατούν ένα κολιέ,
πολύχρωμο - σα ζωγράφου ατελιέ.
Της το δίνει κι ένα βαθύ μπλε
απ' τα μάτια της βγαίνει και ναι!
Το χάδι της του δίνει,
μαζί και τη ζωή.
Νερό μαζί του πίνει
και το ευλογεί...
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου