Τετάρτη 26 Δεκεμβρίου 2012

Ένα ακόμη παραλήρημα...

Νέα είμαι για να τρελαθώ,
νέα για να αρρωστήσω.
Νέα για να μαραθώ
μα όχι και για να αγαπήσω.

Το άγνωστο με τρομάζει,
μα όλα είναι γνωστά.
Με 'μας... όλα εντάξει
ειδάλλως τσίτα και μισόλογα μισά.

Γρίφοι που απεχθάνεται η χαζή,
λέξεις που παρεξηγεί, καταλαβαίνω.
Λες και δε μπορεί να επεξεργαστεί,
μέσα απ' τη στοά το δωμάτιο διαβαίνω.

Βράζουν τα σωθικά μου, ξέρεις.
Κοιτάς με αναισθησία και περιφρόνηση.
Μα υγείας άκρας χαίρεις,
ας εξιλεωθώ στην απομόνωση.

Μικρή είμαι για να αντέξω,
μικρή για να μεταμορφωθώ.
Νεαρή αλλά γνωρίζω το "έξω",
σιχάθηκα πια, κατάστηθα θα μαχαιρωθώ.

Δειλή είμαι ακόμα, πού θα μου πάει;
Θα προφτάσω να ζήσω στιγμές.
Ο πλανήτης τον πλανήτη χτυπάει,
δημιουργείται υλικό συμπαγές.

Στάλες αστρικής βροχής,
σταγόνες από δάκρυα χλιαρά.
Υποψίες μιας ανύπαρκτης ενοχής
και το παίζω "χαλαρά" !

Παιχνίδι - λογοπαίγνιο της τύχης,
παίζεις - χάνεις, τα συνηθισμένα.
Σε κοιτώ - ξεροβήχεις,
λόγια που τα 'χεις καταχωνιασμένα.

Σε γωνιές μόνη κλαίω και στέκεσαι,
κίνηση δεν κάνεις, να χαθείς!
Με θέλεις κι αντιστέκεσαι
πληγώνεις όπου βρεθείς, όπου σταθείς.

Βογκητό, κλείνω το στόμα,
γροθιά στα πλευρά.
Μια βιτρίνα για άμυνα έχεις ακόμα
τα μάτια κρύβεις τα φοβερά.

Κι έτσι απολαμβάνω
κοκτέιλ δυστυχίας.
Τελευταία θέση λαμβάνω
στο τρυπάκι της ιεραρχίας.

Οξυγόνο σε φιάλη - κατάδυση
Φοβάμαι τη θάλασσα.
Μυρίζω λουλούδι που δεν άνθισε
και τον εαυτό μου χάλασα.

Αστειεύεται ο Μορφέας
τεχνάσματα σκαρώνει.
Μιας αυθόρμητης ιδέας
σιωπή που την καταρρακώνει.

Στο παραμιλητό μου αναφέρεσαι
μια μουρμούρα για τη δική σου ηλικία.
Δεν έμαθες να συμπεριφέρεσαι,
μεγάλη, λυπητερή αδικία.

Ξέχασέ το, ξέχνα απλά!
Σβήσε μηνύματα απ' τη μνήμη.
Άσε να ξεθωριάσω απαλά
κι ό,τι θέλει ας γίνει.

Ο θάνατος ας με απειλήσει
η ζωή να γείρει ολοσχερώς.
Την καρδιά δεν άφησες να μιλήσει
εκπλήξεις όμως επιφέρει ο καιρός.

Μάνα σου η κακιά μάγισσα,
άγγελε του σατανά!
Παράτα με κι ας ράγισα,
δε θα με δεις ξανά!...

"Σώμα νεκρό"

Μουδιασμένα όλα τα μέλη
δε γεύεται πια το μέλι.
Βουλιάζει σε βάλτους και έλη
το σώμα κάποιου "τεμπέλη".

Ακονίζει το μυαλό να σκεφτεί,
μια μορφή ζυγώνει - εκλεκτή!
Μιλάει για έργο που θα παιχτεί
και μες στις σκέψεις θα μπλεχτεί.

Μα καθώς στριμώχνεται και κουρνιάζει
να μάθει για εκείνη τον νοιάζει.
Αρχίσει κιόλας να βραδιάζει
και ο νους δεν ησυχάζει.

Αναμνήσεις αποστασιοποιημένες, νεκρές.
Αφήνονται και αιωρούνται σαν εκκρεμές.
Τον κακοποιούν σαν κακοκαιρίες σφοδρές,
αφορμή για να πάψουν οι εκδρομές.

Τα κρύα χέρια καθώς υψώνει
στο πρόσωπο τα απλώνει.
Το υπόλοιπο σώμα σκεβρώνει,
η ακινησία το νεκρώνει.

Άλλη μια προσπάθεια για ανάσταση
στον αγώνα μια παράταση.
Σε τραχιά σανίδια μια παράσταση
οδηγούν τα χέρια σε ανάταση.

Και κάπως έτσι αργοπεθαίνει
μια ευκαιρία δε δέχεται, δε θέλει.
Μόνο το άγγιγμά της τον τρελαίνει
κι ίσως γι' αυτό τόσα παθαίνει.

Εκείνη δεν έχει ιδέα,
κρατά μια ορχιδέα.
Τρομάζει στη δική του θέα,
δε θέλει να ζήσει τη στιγμή την τελευταία!

Με τα μάτια την πληγή καρφώνει
την αγωνία της ανάσας κορυφώνει.
Το παχύ αίμα μοιάζει να παγώνει
μα εκείνος τα χέρια του σηκώνει.

Για να την αγγίξει κάνει υπομονή
προσευχές πολλές σε κάποια Μονή.
Τρελή κι αλλόκοτή του εμμονή
να έχει απίστευτη επιμονή.

Στα πόδια του σηκώνεται
το κορμί ξανά ορθώνεται.
Την αντικρίζει και σώνεται,
τη φιλάει κι απογειώνεται!

Τα χέρια του κρατούν ένα κολιέ,
πολύχρωμο - σα ζωγράφου ατελιέ.
Της το δίνει κι ένα βαθύ μπλε
απ' τα μάτια της βγαίνει και ναι!

Το χάδι της του δίνει,
μαζί και τη ζωή.
Νερό μαζί του πίνει
και το ευλογεί...