Γεια σου.
Σε χαιρετούσα κάθε φορά που σε συναντούσα.
Σε κάποιο όνειρο αν βυθιζόμουν, σε έβλεπα.
Γεια σου πάλι.
Υπόσχεση σου έδωσα πως θα σου φανερώσω τις υποθαλάσσιες εκπλήξεις, τους ανθισμένους, χρωματιστούς κισσούς του βυθού.
Όταν με άγγιζες δε στο έδειχνα, δεν το καταλάβαινες.
Ηλέκτριζες το αίμα μου, ίδρωνες το μέτωπό μου.
Σε χαιρετώ ξανά.
Σε προσκάλεσα στην εξοχή.
Ήταν μια φανταστική εκδρομή.
Η εξόρμησή μας ήταν αναμνηστική.
Σε μια αλλόκοτη πλατεία καθήσαμε.
Αποκρυπτογραφούσαμε τον κάθε γρίφο που είχαν σκαλίσει κάποια σκανταλιάρικα, του Έρωτα, αγγελούδια.
Γεια!
Ήταν μια σημαντική ημέρα.
Σου χάρισα μια γυάλα με ψάρια, ζωγραφισμένη από τους μαρκαδόρους ενός μικρού παιδιού, ενός νηπίου.
Σου άρεσαν οι βάρκες. Το παγωμένο νερό του βραδινού μπάνιου.
Φλόγες στην αμμουδιά, καίγαμε τις παγίδες του Μορφέα.
Γεια σου!
Το καρτ-ποστάλ που μου 'στειλες το 'πνιξε το γρασίδι. Το ταξίδι δεν τελείωσε εκεί όμως.
Στους μύλους, μέσα από το αλεύρι γεννήθηκε ένα πλασματάκι έξυπνο, πονηρό, έτοιμο.
Τα πρώτα του βήματα έκανε όταν είπες αντίο.
Ο κάμπος που απλωνόταν αντίκρυ μας σε 'σένα έμοιαζε καταπράσινος, γεμάτος λουλούδια. Στα δικά μου μάτια ήταν -πλέον- γέρικος, ξερός.
Έφυγες και σκόρπισες πίσω σου την οδύνη και το φόβο.
Σα σφουγγάρι απορρόφησα όλα αυτά που χλεύασες.
Πόνεσα.
Πλέον δε δύναμαι να σε χαιρετώ, μονάχα να σ' αποχαιρετώ.
Αντίο.
Τη μορφή σου που αλλοιώνεται πάνω στο χαρτί μουντζουρώνω και σβήνω.
Τι παράξενο που 'ναι να πνίγομαι μες στο βυθό που τόσο λαχταρούσες να σ' αποκαλύψω.
Αντίο σου.
Δύσκολο μου φαίνεται το να λύσω ένα απλό αίνιγμα στον κορμό του δέντρου.
Γιατί να σου στέλνω τόσο καλοπροαίρετα τα φιλιά μου και να πέφτουν κατάχαμα πριν καν σε ανταμώσουν;
Πόσο τρομερό είναι να γεμίζει το απουσιολόγιο της καρδιάς με δικές σου απουσίες!
Πόσο θανατηφόρο είναι να σε συναντώ και ξένη να με θεωρείς!
Θλιβερό είναι το να θυμάμαι τη φωνή σου να αντηχεί στις παραλίες, την κιθάρα να παίζει μελωδικά τραγούδια και η φωτιά να καίει.
Αντίο.
Δεν επέστρεψες λοιπόν!
Με ένα καρτ-ποστάλ στο χέρι με άφησες, μόνη, να κλαίω.
Δε γύρισες ούτε για μια γλυκιά κουβέντα όταν το πάπλωμα μαράζωνε πάνω απ' το κορμί μου.
Σε αποχαιρετώ, σε καληνυχτίζω.
Πλαγιάζω κι αφήνω τη σιωπή να με νανουρίσει.
Ξεχνώ οικειοθελώς ότι κάποτε με ανησυχούσε και ότι δεν ήθελα να αποκοιμηθώ στη συντροφιά της.
Τώρα είναι φίλη μου, την αγαπώ.
Αντίο και καληνύχτα.
Οι λέξεις παύουν να διαμορφώνονται με λογική.
Με πέθανες...
Σε χαιρετώ και σ' αποχαιρετώ...
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου